Για να εκτυπώσετε το Θέμα πατήστε "Εκτύπωση"!

Τύπος Σχολείου: Γενικό Λύκειο Πηγή: Ι.Ε.Π. Αναγνώσθηκε: 1472 φορές Επικοινωνία
Μάθημα: Νέα Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία Τάξη: Α' Λυκείου
Κωδικός Θέματος: 38740 Θέμα: 1
Τελευταία Ενημέρωση: 16-Μαΐ-2026 Ύλη: Θεματική Ενότητα 8: Γηρατειά και νεότητα
Το θέμα προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Tράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση (http://iep.edu.gr/el/trapeza-thematon-arxiki-selida)
Τύπος Σχολείου: Γενικό Λύκειο
Τάξη: Α' Λυκείου
Μάθημα: Νέα Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία
Θέμα: 1
Κωδικός Θέματος: 38740
Ύλη: Θεματική Ενότητα 8: Γηρατειά και νεότητα
Τελευταία Ενημέρωση: 16-Μαΐ-2026
Το θέμα προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Tράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση (http://iep.edu.gr/el/trapeza-thematon-arxiki-selida)
Ελληνική Γλώσσα (Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία)

Α΄ Τάξη Ημερήσιου και Εσπερινού Γενικού Λυκείου

Κείμενο 1

Κοινωνικά δίχτυα

Το κείμενο είναι χρονογράφημα τού Κοσμά Βίδου και έχει δημοσιευτεί στο ΒΗΜΑ στις 1.9.2015.

«Εχουμι κι – πώς του λέτι; – Γουί Φι» είπε ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης τών ενοικιαζόμενων δωματίων. «Ιπειδή όμους δεν τα ξέρου αυτά, τουν κωδικό θα τουν βρείτι γραμμένου ‘κεί δα». Ακριβώς επειδή διέθετε «Γουί Φι» τον είχαμε επιλέξει. Εξάρτηση από την τεχνολογία; Θα το έλεγα δώρο τής τεχνολογίας. Με το WiFi, την ασύρματη σύνδεση στο Διαδίκτυο, έχω την πληροφορία όταν τη θέλω, «ταξιδεύω» ακόμα και αν παραμένω ακίνητος, ψυχαγωγούμαι, επικοινωνώ. Τσεκάραμε λοιπόν αν το «Γουί Φι» τού παππού είχε σήμα καμπάνα (την έχω πάθει πολλάκις, επιλέγοντας ξενοδοχεία που υπόσχονται Internet αλλά αποκρύπτουν επιμελώς ότι η ταχύτητα σύνδεσης είναι τόσο χαμηλή ώστε δεν υπάρχει περίπτωση να μπεις) και ξεκινήσαμε για μια πρώτη βόλτα.

Στάση στη μοναδική καφετέρια για παγωτό. Στα γύρω τραπέζια δεκάδες παιδιά, μόνα τους ή σε παρέες, βυθισμένα σε κομπιούτερ και tablets. Εξω οι γονείς τους και οι γονείς των γονιών τους βόλταραν. Μέσα, τα νιάτα του χωριού ζούσαν σε μια δική τους, παράλληλη πραγματικότητα, η οποία δεν διασταυρωνόταν με την πραγματικότητα των δικών τους. Έβγαλα και εγώ την ταμπλέτα μου, ζήτησα τον κωδικό τού WiFi.

Κοίταξα προς το παράθυρο: η ορεινή φύση με καλούσε να βγω. Κοίταξα την οθόνη μου: κάτι πολύχρωμα πλασματάκια με καλούσαν να τα πετύχω με ένα μπαλόνι γεμάτο νερό. Βόλτα ή παιχνίδι; Ιδού η απορία. «Ντροπή», είπαμε, «για να ξεφύγουμε από τα κομπιούτερ ήρθαμε!». Βγήκαμε. Σκέφτομαι τώρα ότι ίσως να είμαστε η τελευταία γενιά που μας απασχολούν τέτοια διλήμματα. Ότι ζούμε μια μοναδική τεχνολογική επανάσταση που μπορεί να μας αλλάξει εντελώς. Αυτό με τρομάζει. Η πρόοδος όμως δεν πρέπει να με τρομάζει. Πρέπει;

ΥΓ.: Η διαφορά είναι πως εμείς που μεγαλώσαμε χωρίς WiFi και που η καθημερινότητά μας δεν αποτυπωνόταν καρέ-καρέ σε κοινωνικά δίκτυα, διατηρούμε (ίσως) ακόμα τις άμυνές μας απέναντί τους. Εν αντιθέσει με τα σημερινά παιδιά, διαθέτουμε τον τρόπο να αποδράσουμε, έστω προσωρινά, από τον ψηφιακό μας εγκλεισμό…

Κείμενο 2

Σουλιώτης και Αρβανίτης

Το διήγημα είναι από το βιβλίο τού Γιάννη Βλαχογιάννη «Μεγάλα Χρόνια: Τα παληκάρια τα παλιά», Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα.

Στο Μεσολόγγι, το πικρό, που πολέμαγε νύχτα και μέρα, από τους πρώτους πούτρεξε βοήθειά του με τον Καραϊσκάκη, ήταν ο Κίτσος ο Τζαβέλας. Όταν αποφασίσανε να πατήσουν το στρατόπεδο τού Κιουταχή, κάθε παληκάρι συνεριζότανε \(^1\) το γείτονά του στην παληκαριά. Έτσι κι’ ο Κίτσος είχε έναν αντίμαχο αχώριστον από κοντά του῾ είχε τον Κιτσάκη, τ’ όμορφο το Σουλιωτόπουλο, αγόρι δεκαέξι χρονών, πρωτοξαδέρφι από τη γενιά του. Για τον Κιτσάκη παιγνίδι ήταν ο πόλεμος. Χαρές μονάχα και γλυκειές λαχτάρες εύρισκε σ’ αυτόν. Ήταν αγνό το παληκάρι, κ’ ήταν άμαθο. Κ’ ήτανε γραμμένο να χαθή από την αποκοτιά \(^2\) του, που περνούσε κάθε σύνορο, και έφτανε την αψηφησιά \(^3\) τη θεία \(^4\) τού χαρομαγεμένου.

Μές’ το πολεμικό το μάνισμά \(^5\) του, τραβώντας ίσα στον οχτρό τη νύχτα εκείνη, βρέθηκε ολομόναχος όξω από το τσαντίρι \(^6\) τού βεζίρη, ανάμεσα στους Αρβανίτες, που τον είχανε τρομάξει. Τότε ξύπνησε. Σαν πεινασμένα αγρίμια τον τριγύρισαν αυτοί. Και γελούσαν άσκημα. Μα η ομορφιά κ’ η τρέλλα του έκοβε κάθε ορμή τους. Τα καριοφίλια \(^7\) γυρισμένα απάνω του σωπαίνανε.

— Δεν είσαι συ του Ζυγούρη Τζαβέλα το παιδί; Ρώτησε ο καπετάνος \(^8\) τους θαμάζοντάς τον.

— Πολεμάτε, εγώ είμαι! Είπ’ ο Κιτσάκης, έτοιμος στο θάνατο.

— Ήτανε παληκάρι, ωρέ παιδί, μα εσύ θα τον περάσης… Κάποτε με γλύτωσε απ’ το θάνατο῾ σύρε, γύρισε στη μάννα σου!

Ο Κιτσάκης όμως άναψε. Τόχε ντροπή να τού θυμάν \(^9\) τη μάννα του τέτοια στιγμή.

— Χτυπάτε, θα χτυπήσω! Είπε. Και ΄τοιμάστηκε.

— Σύρε! Είπε ο Αρβανίτης.

Ανοίξαν τόπο να περάση. Κι έφυγε ο Κιτσάκης ντροπιασμένος. Ποτέ δεν πίστευε πως θάχε γι’ αυτόν ο πόλεμος τέτοιο άξαφνο φαρμάκι. Αρβανίτης να τού χαρίση τη ζωή…

Δεν είχε ξεμακρύνει πολύ, κι ένα τουφέκι ακούστηκε. Κ’ έπεσε σκοτωμένο το παληκαρόπουλο.

Μανισμένος \(^{10}\) ο καπετάνος ο Αρβανίτης τράβηξε το σπαθί, κι άρπαξε από τα μαλλιά τον άπιστο πούχε ρίξει.

— Γιατί τόκαμες; Άγριος τονέ ρώτησε.

— Έχασα κ’ εγώ τον αδερφό μου…

— Πότε, κι’ από ποιον;

— Στην Άμπλιανη \(^{11}\)… απ’ τον ξάδερφό του, τον Κίτσο τον Τζαβέλα.

Με λύπη έβαλε ο Αρβανίτης το σπαθί στη θήκη.

\(^1\) ανταγωνιζόταν
\(^2\) τολμηρή, ριψοκίνδυνη ενέργεια
\(^3\) αδιαφορία και περιφρόνηση
\(^4\) θεϊκή
\(^5\) τρέλα, μανία
\(^6\) Η σκηνή, το κατάλυμα
\(^7\) όπλα της εποχής πριν και κατά την ελληνική επανάσταση
\(^8\) αρχηγός
\(^9\) θυμίζουν (ιδιωματισμός)
\(^{10}\) Έξω φρενών, οργισμένος
\(^{11}\) Πριν την Επανάσταση του 1821, η Άμπλιανη ήταν ο μεγαλύτερος οικισμός της Ευρυτανίας μετά το Καρπενήσι..

ΘΕΜΑΤΑ

ΘΕΜΑ 1 (μονάδες 35)

1ο υποερώτημα (μονάδες 10)

Ποιους από τους παρακάτω αναγνωρίζεις ως σκοπούς του κειμένου 1; Να απαντήσεις συμπληρώνοντας τον παρακάτω πίνακα:

ΝΑΙ ΟΧΙ
Α. Να δείξει πόσο πίσω είναι οι άνθρωποι στα χωριά.
Β. Να απορρίψει την τεχνολογία έναντι μιας πιο φυσικής ζωής.
Γ. Να επικρίνει τα σημερινά παιδιά ως εξαρτημένα από την τεχνολογία.
Δ. Να συγκρίνει την γενιά του με τα σημερινά παιδιά.
Ε. Να δείξει ότι η τεχνολογία μάς αποκόπτει αναγκαστικά από τη φύση.
ΣΤ. Να προβληματίσει σχετικά με την ισορροπία μεταξύ πραγματικής και
εικονικής ζωής.
Ζ. Να εκφράσει μια ανησυχία για τα σημερινά παιδιά.
Η. Να δείξει ότι η γενιά του δεν κινδυνεύει να εξαρτηθεί από την τεχνολογία.
Θ. Να δείξει πόσο ωραία είναι η ορεινή Ελλάδα.
Ι. Να αποδείξει ότι η ζωή ήταν γενικά καλύτερη στο παρελθόν

Μονάδες 10

2ο υποερώτημα (μονάδες 10)

Να χαρακτηρίσεις με μία λέξη τη νοηματική σχέση που βλέπεις σε κάθε ζεύγος φράσεων στην πρώτη στήλη του παρακάτω πίνακα και να αντιστοιχίσεις κάθε πληροφορία της τελευταίας στήλης με ένα ζεύγος από την πρώτη στήλη. Να περιγράψεις με συντομία την σκοπιμότητα αυτής της νοηματικής σχέσης που παρατηρείται σταθερά μέσα στο κείμενο 1.

Στα ζεύγη εκφράσεων η νοηματική σχέση είναι Ανάμεσα
«Γουί Φι – WiFi» (1η παράγρ.) …………………………………………… σε δραστηριότητα και σε
στατικό παιχνίδι
«δική τους, παράλληλη
πραγματικότητα –
πραγματικότητα των δικών
τους» (2η παράγρ.)
σε διαφορετικές γενιές
«Κοίταξα προς το παράθυρο –
Κοίταξα την οθόνη μου» (3η
παράγρ.)
σε εικονική
πραγματικότητα και σε
πραγματική ζωή
«εμείς – τα σημερινά παιδιά»
(4η παράγρ.)
σε παραδοσιακό τρόπο
ζωής και σε τεχνολογία

Μονάδες 10

3ο υποερώτημα (μονάδες 15)

«Η πρόοδος όμως δεν πρέπει να με τρομάζει. Πρέπει;» Να μετασχηματίσεις το απόσπασμα έτσι ώστε η ερώτηση να προηγείται της άλλης πρότασης, κάνοντας και τις προσαρμογές που θα χρειαστούν (μονάδες 8). Υποδηλώνει κάτι διαφορετικό το μετασχηματισμένο απόσπασμα (μονάδες 7); Να εξηγήσεις σύντομα την απάντησή σου.

Μονάδες 15

ΘΕΜΑ 4 (μονάδες 15)

Ποια ηρωικά χαρακτηριστικά αποδίδει ο αφηγητής στο πρόσωπο τού Κιτσάκη; Ποιες σκέψεις και ποια συναισθήματα σου προκαλεί η θυσία του, δεδομένου ότι βρισκόταν περίπου στην ίδια ηλικία με αυτή που βρίσκεσαι εσύ σήμερα; Να αναπτύξεις την ερμηνεία σου σε 100-150 λέξεις.

Μονάδες 15

Το παραπάνω θέμα αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του έργου: «Ανάπτυξη Δοκιμασιών Αξιολόγησης Δεξιοτήτων Εγγραμματισμού στα μαθήματα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, της Άλγεβρας, της Φυσικής και της Χημείας Α’ Λυκείου Γενικού Λυκείου» Ανάδοχος: «Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας (Ε.Λ.Κ.Ε) Πανεπιστημίου Ιωαννίνων» ΑΔΑΜ: 25SYMV016348911 2025-02-20.

Ελληνική Γλώσσα (Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία)

Α΄ Τάξη Ημερήσιου και Εσπερινού Γενικού Λυκείου

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

(Επισημαίνεται ότι οι απαντήσεις που προτείνονται για τα θέματα είναι ενδεικτικές. Κάθε άλλη απάντηση, κατάλληλα τεκμηριωμένη, θεωρείται αποδεκτή.)

ΘΕΜΑ 1 (μονάδες 35)

1ο υποερώτημα (μονάδες 10)

ΝΑΙ ΟΧΙ
Α. Να δείξει πόσο πίσω είναι οι άνθρωποι στα χωριά.
Β. Να απορρίψει την τεχνολογία έναντι μιας πιο φυσικής ζωής.
Γ. Να επικρίνει τα σημερινά παιδιά ως εξαρτημένα από την τεχνολογία.
Δ. Να συγκρίνει την γενιά του με τα σημερινά παιδιά.
Ε. Να δείξει ότι η τεχνολογία μάς αποκόπτει αναγκαστικά από τη φύση.
ΣΤ. Να προβληματίσει σχετικά με την ισορροπία μεταξύ πραγματικής και
εικονικής ζωής.
Ζ. Να εκφράσει μια ανησυχία για τα σημερινά παιδιά.
Η. Να δείξει ότι η γενιά του δεν κινδυνεύει να εξαρτηθεί από την τεχνολογία.
Θ. Να δείξει πόσο ωραία είναι η ορεινή Ελλάδα.
Ι. Να αποδείξει ότι η ζωή ήταν γενικά καλύτερη στο παρελθόν

2ο υποερώτημα (μονάδες 10)

Η νοηματική σχέση που χαρακτηρίζει τα ζεύγη είναι η αντίθεση.

Συγκεκριμένα, αντίθεση ανάμεσα σε:

  1. «Γουί Φι – WiFi» (1η παράγρ.) και σε παραδοσιακό τρόπο ζωής και σε τεχνολογία
  2. «δική τους, παράλληλη πραγματικότητα – πραγματικότητα των δικών τους» (2η παράγρ.) και σε εικονική πραγματικότητα και σε πραγματική ζωή
  3. «Κοίταξα προς το παράθυρο – Κοίταξα την οθόνη μου» (3η παράγρ.) και σε δραστηριότητα και σε στατικό παιχνίδι
  4. «εμείς – τα σημερινά παιδιά» (4η παράγρ.) και σε διαφορετικές γενιές

Η αντίθεση, που διατρέχει όλο το κείμενο και που εμφανίζεται και στα συγκεκριμένα ζεύγη εξυπηρετεί την ανάδειξη του προβληματισμού για το μέλλον, τον κόσμο που δημιουργεί η τεχνολογία και στον οποίον θα ζήσουν οι επόμενες γενιές. Αυτός ο κόσμος περιγράφεται σε καθεμία από τις αντιθέσεις, με αυτόν τον κόσμο συγκρίνει/αντιπαραθέτει ο συντάκτης όσα ξέραμε ως τώρα. Διότι το θέμα του κειμένου είναι ο κόσμος που έρχεται, όχι το παρόν ή το παρελθόν.

3ο υποερώτημα (μονάδες 15)

«Πρέπει όμως η πρόοδος να με τρομάζει; Δεν πρέπει.»

Με την αντιστροφή της σειράς των προτάσεων μετατοπίζεται το βάρος από τον προβληματισμό (Πρέπει;) στην κατηγορηματική δήλωση βεβαιότητας για το μέλλον (Δεν πρέπει), διότι σε κάθε περίπτωση το βάρος πέφτει σε αυτό που λέγεται τελευταίο, είτε είναι η ερώτηση είτε είναι η απάντηση-δήλωση.

ΘΕΜΑ 4 (μονάδες 15)

Ο Κιτσάκης, όπως παρουσιάζεται από τον αφηγητή τού λογοτεχνικού κειμένου, θυμίζει ήρωα, ο οποίος εκφράζει το ομηρικό ιδεώδες: την ομορφιά και την παλικαριά ταυτόχρονα. Συγκεκριμένα:

  • συναγωνιζόταν σε παλικαριά τον Κίτσο Τζαβέλα, ξακουστό Σουλιώτη ήρωα, αν και είναι πολύ νέος στην ηλικία,

  • η παράτολμη φύση του και ο ηρωικός του χαρακτήρας μετατρέπουν τον πόλεμο σε χαρά για τον ίδιο,

  • βρίσκεται μόνος του μέσα στο στρατόπεδο των εχθρών και τους αντιμετωπίζει με θάρρος, χωρίς να λογαριάζει τη ζωή του,

  • αν και είναι αιχμάλωτος, νιώθει ντροπή που οι Αρβανίτες τού χαρίζουν τη ζωή και τον διώχνουν από το στρατόπεδο, επειδή ο πατέρας του είχε κάποτε σώσει τη ζωή του καπετάνιου τους,

  • ξεπληρώνει με τη ζωή του τον θάνατο ενός Αρβανίτη, που σκότωσε ο Κίτσος Τζαβέλας.

Αναμένουμε ο μαθητής να εκφράσει συναισθήματα επιδοκιμασίας για τον νεαρό ήρωα, τόσο για τον χαρακτήρα και τις πράξεις του όσο και για τη θυσία του. Παράλληλα, θα μπορούσε να συγκρίνει έναν έφηβο γεννημένο και μεγαλωμένο μέσα στον πόλεμο (Κιτσάκης) με τον εαυτό του ή με συνομηλίκους του, εντοπίζοντας τις διαφορές.