Για να εκτυπώσετε το Θέμα πατήστε "Εκτύπωση"!
| Τύπος Σχολείου: | Γενικό Λύκειο | Πηγή: Ι.Ε.Π. | Αναγνώσθηκε: 918 φορές Επικοινωνία | |
|---|---|---|---|---|
| Μάθημα: | Νέα Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία | Τάξη: | Α' Λυκείου | |
| Κωδικός Θέματος: | 38734 | Θέμα: | 1 | |
| Τελευταία Ενημέρωση: | 11-Μαΐ-2026 | Ύλη: | Θεματική Ενότητα 9: Το κωμικό και η σημασία του γέλιου | |
| Το θέμα προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Tράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση (http://iep.edu.gr/el/trapeza-thematon-arxiki-selida) | ||||
| Τύπος Σχολείου: | Γενικό Λύκειο | ||
|---|---|---|---|
| Τάξη: | Α' Λυκείου | ||
| Μάθημα: | Νέα Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία | ||
| Θέμα: | 1 | ||
| Κωδικός Θέματος: | 38734 | ||
| Ύλη: | Θεματική Ενότητα 9: Το κωμικό και η σημασία του γέλιου | ||
| Τελευταία Ενημέρωση: 11-Μαΐ-2026 | |||
| Το θέμα προέρχεται και αντλήθηκε από την πλατφόρμα της Τράπεζας Θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας που αναπτύχθηκε (MIS5070818-Tράπεζα θεμάτων Διαβαθμισμένης Δυσκολίας για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, Γενικό Λύκειο-ΕΠΑΛ) και είναι διαδικτυακά στο δικτυακό τόπο του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Ι.Ε.Π.) στη διεύθυνση (http://iep.edu.gr/el/trapeza-thematon-arxiki-selida) | |||
Κείμενο 1
Γέλιο και ευφυΐα
Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Αλέξανδρου Λουπασάκη Γέλιο – Η καλύτερη θεραπεία (2002), 123-124, Αθήνα, Κέδρος (διασκευή).
[...] Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να κάνετε κάποιον να γελάσει. Δεν είναι τυχαίο που η κωμωδία θεωρείται το δυσκολότερο είδος για τους ηθοποιούς και τους συγγραφείς. Όταν μας συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, θεωρείται λογικό και αυτονόητο να στεναχωριόμαστε. Πόση ευφυΐα χρειάζεται, για να πράξει κάποιος το αυτονόητο; Αντίθετα, χρειάζεται ευστροφία, για να απεγκλωβιστούμε¹ από την ιδιωτική μας λογική και να δούμε την εύθυμη όψη μιας κατάστασης.
Θεωρητικά, οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ότι η ανησυχία για ένα πρόβλημα δεν θα μας δώσει τη λύση. Ωστόσο, το πιθανότερο είναι να μας φέρει σε χειρότερη θέση, γιατί διπλασιάζει το φορτίο στις πλάτες μας. Εξαιτίας της ανησυχίας, μπαίνουμε σε κατάσταση άγχους και αισθανόμαστε περισσότερο πιεσμένοι. Επιπλέον, έτσι όπως είμαστε πιεσμένοι, γινόμαστε ενεργειακά πιο φτωχοί. Δεν φτάνει που έχουμε το πρόβλημα, έχουμε και άγχος από πάνω! Το βρίσκετε σοφό αυτό;
(Χαμο)γελώντας, δεν μειώνουμε το πρόβλημα, αλλά διαλύουμε την ανησυχία και το πρόσθετο άγχος. Όταν (χαμο)γελάμε, δεν σημαίνει ότι δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας. Ουσιαστικά, η ευφυΐα μας κινητοποιείται, ώστε να γίνει μια διαφορετική διαχείριση δυνατοτήτων. Απεγκλωβιζόμαστε από την αυτοπαγίδευσή μας στο ναρκοπέδιο της σοβαροφανούς ιδιωτικής μας λογικής. Ως γνωστόν, τα προβλήματα πάνε μαζί με τις λύσεις τους. Από όσες περισσότερες πλευρές δούμε κάτι, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχουμε να βρούμε τη λύση. Το γέλιο φωτίζει κάποιες ξεχασμένες πλευρές των προβλημάτων μας, χώρια που μας χαλαρώνει κιόλας! Μας δείχνει τον δρόμο, μας ανάβει το φως και μας ξεκουράζει κι από πάνω!
¹ απεγκλωβίζομαι: απελευθερώνομαι
Κείμενο 2
[Οι σκλάβοι στα δεσμά τους]
Το κείμενο είναι απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους», εκδόσεις Γράμματα, 1994.
Ήταν απόγιομα. Ο κόντες Αλέξανδρος Οφιομάχος Φιλάρετος, γερασμένος, σκυφτός, μικρότερος, αλλά με άσπρα μακριά γένια, με χοντρά ροδοκόκκινα χείλη, όπως όλοι οι άνθρωποι του γένους του, επερπατούσε ανήσυχα απάνω κάτω στο γραφείο του, τυλιγμένος μέσα σ' ένα τρίπαλιο πανωφόρι, που το φορούσε από χρόνια πολλά για το σπίτι το χειμώνα. Εκείνην την ημέρα δεν έκανε όμως κρύο.
Το δωμάτιο ήταν μεγάλο, σ' ένα αρχαίο, άφεγγο σπίτι, μέσα στα στενά της χώρας: είχε τέσσερα μεγάλα παράθυρα, όλα στον ίδιον τοίχο, ήταν όμως σκοτεινό, σα να κλειούσε μέσα του σταχτή, σκονισμένον αέρα, γιατί άλλα νεόχτιστα σπίτια πολύ εστενοχωρούσαν τώρα απ' όλες τες μεριές το παλιό αρχοντικό των Οφιομάχων, που στα παλιά χρόνια υψωνότουν μονάχο και περήφανο ανάμεσα σε φτωχικά μόνο χαμόσπιτα. [...]
Κι εκοίταξε με πίκρα κοκκινίζοντας άξαφνα το γενεαλογικό τους δέντρο: κι έπειτα μία μία τες εικόνες των προγόνων του, τες αρχόντισσες από το σπίτι του, με το περήφανο κι ευγενικό χαμόγελο, με τα πλούσια γυμνά τους στήθη, το σιδεροαρματωμένον πολεμιστή που με τους Βενετούς είχε πολεμήσει στο Μωριά και στην Κρήτη τους Τούρκους, τους άντρες με τες χρυσοκέντητες στολές, με τες λευκές περούκες, που όλοι τον εκοίταζαν αδιάφοροι μέσα από τες θαμπές χρυσωμένες ή μαύρες κορνίζες τους, και τους εφώναξε θυμωμένος, χωρίς να ξέρει τι έλεγε: «Φταίτε εσείς!»
Και ξακολούθησε έπειτα από μία στιγμή, κάνοντας μία χειρονομία και γυρίζοντας απότομα τες πλάτες του στες εικόνες: «Καλά βαστάχτηκα ως τα τώρα!... Ως τα τώρα;... Ε, ας πω ως τα τώρα... Μα τώρα κι η γυναίκα μου αρχίζει και μυρίζεται... Δεν είμαι πλια καλός να της κρύψω τες στενοχώριες... Κι ωστόσο δεν επούλησα ακόμη τίποτα... Τίποτα σημαντικό... τίποτα που να μπορεί ν' ακουστεί... ας πούμε τίποτα!... Μα ωστόσο τα σπίτια μου, και τούτο εδώ ακόμη είναι χαμένα... ας τα ξεγράψω... τα βαρύνουν δύο τρεις υποθήκες το καθένα... και οι ελιές μας εκεί όξω;... Όχι αυτές είναι άγγιχτες... αυτές τουλάχιστο, όπως μου τες άφηκε ο πατέρας μου... Μα το σπίτι γκρεμίστηκε... πάει! Και κάνω ακόμη τον περήφανο και λέω που τ' άφηκα επίτηδες να πέσει, γιατί δε μ' αρέσει η εξοχή, και κάνω τον καλόνε με τους χωριάτες και τους αφήνω να μου ξαγοράζουν τα βάρη που μου πλερώνουν, να αγοράζουν τα λιόδεντρα που πλησιάζουν τες κατοικίες τους... Τώρα ως κι αυτοί με μυρίστηκαν... Κι όλα αυτά για τα καθημερινά έξοδα... [...] Τι πιστεύουν, τι δεν πιστεύουν δεν με μέλει!... Τότες τουλάχιστο εδιόρθωσα πάλι κάποιες δουλειές... τες εμπάλωσα... Αμή τώρα; Εδώ σε θέλω!... Και τι να πω στη γυναίκα μου, τη σιόρα Μαρία; Ουφ, κι αυτή είναι δυστυχισμένη!... Θα λέει ο κόσμος: έχει έναν άντρα τόσο άσωτο!... Απ' όξω από το χορό πολλά τραγούδια γίνονται! Κι οι θυγατέρες μου; Ω οι κακομοίρες! Κι οι γιοι μου; Ποιος ξέρει αυτοί πώς θα τα καταφέρουν μια μέρα... Μα ως κι αυτοί... ως κι αυτοί...»
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1 (μονάδες 35)
1ο υποερώτημα (μονάδες 10)
Ποια/-ες από τις παρακάτω διαπιστώσεις ισχύουν με βάση το κείμενο 1;
| ΝΑΙ | ΟΧΙ | |
|---|---|---|
| Οι ευφυείς άνθρωποι είναι λογικό και αυτονόητο να μην χαμογελάνε όταν συμβαίνει κάτι δυσάρεστο. | ||
| Το να βλέπουμε και την εύθυμη πλευρά των πραγμάτων είναι ευφυΐα. | ||
| Οι ευφυείς άνθρωποι δεν έχουν ποτέ άγχος. | ||
| Το άγχος ή το χαμόγελο δεν επηρεάζουν το μέγεθος του προβλήματος, αλλά την αντιμετώπισή του. | ||
| Το χαμόγελο προκύπτει από την ευφυΐα αλλά και κινητοποιεί την ευφυΐα. |
Μονάδες 10
2ο υποερώτημα (μονάδες 10)
Να χρησιμοποιήσετε τέσσερις μόνο από τις παρακάτω περιόδους του κειμένου 1 έτσι ώστε να σχηματίσετε συλλογισμό που να αποδίδει την κύρια συλλογιστική πορεία του κειμένου:
- Όταν μας συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, θεωρείται λογικό και αυτονόητο να στεναχωριόμαστε.
- Πόση ευφυΐα χρειάζεται, για να πράξει κάποιος το αυτονόητο;
- Ωστόσο, το πιθανότερο είναι (η ανησυχία, το άγχος) να μας φέρει σε χειρότερη θέση, γιατί διπλασιάζει το φορτίο στις πλάτες μας.
- (Χαμο)γελώντας, δεν μειώνουμε το πρόβλημα, αλλά διαλύουμε την ανησυχία και το πρόσθετο άγχος.
- Ως γνωστόν, τα προβλήματα πάνε μαζί με τις λύσεις τους.
- (Το γέλιο) Μας δείχνει τον δρόμο, μας ανάβει το φως και μας ξεκουράζει κι από πάνω!
| 1η προκείμενη | |
|---|---|
| 2η προκείμενη | |
| 3η προκείμενη | |
| Σύνοψη-συμπέρασμα |
Μονάδες 10
3ο υποερώτημα (μονάδες 15)
Να εξηγήσεις τη χρήση των παρενθέσεων στις λέξεις «(Χαμο)γελώντας» και «(χαμο)γελάμε» στην τελευταία παράγραφο του κειμένου 1.
Μονάδες 15
ΘΕΜΑ 4 (μονάδες 15)
Να ερμηνεύσεις με στοιχεία από το Κείμενο 2 τη συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο κόντες Αλέξανδρος Οφιομάχος Φιλάρετος που πρωταγωνιστεί στη σκηνή της αφήγησης και να εκθέσεις στερεότυπα για το φύλο που αναδεικνύονται από την ανάγνωση. Να οργανώσεις την ερμηνεία σου σε 150-200 λέξεις.
Μονάδες 15
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
(Επισημαίνεται ότι οι απαντήσεις που προτείνονται για τα θέματα είναι ενδεικτικές. Κάθε άλλη απάντηση, κατάλληλα τεκμηριωμένη, θεωρείται αποδεκτή.)
ΘΕΜΑ 1 (μονάδες 35)
1ο υποερώτημα (μονάδες 10)
| ΝΑΙ | ΟΧΙ | |
|---|---|---|
| Οι ευφυείς άνθρωποι είναι λογικό και αυτονόητο να μην χαμογελάνε όταν συμβαίνει κάτι δυσάρεστο. | ✓ | |
| Το να βλέπουμε και την εύθυμη πλευρά των πραγμάτων είναι ευφυΐα. | ✓ | |
| Οι ευφυείς άνθρωποι δεν έχουν ποτέ άγχος. | ✓ | |
| Το άγχος ή το χαμόγελο δεν επηρεάζουν το μέγεθος του προβλήματος, αλλά την αντιμετώπισή του. | ✓ | |
| Το χαμόγελο προκύπτει από την ευφυΐα αλλά και κινητοποιεί την ευφυΐα. | ✓ |
2ο υποερώτημα (μονάδες 10)
| 1η προκείμενη | Όταν μας συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, θεωρείται λογικό και αυτονόητο να στεναχωριόμαστε. |
|---|---|
| 2η προκείμενη | Ωστόσο, το πιθανότερο είναι (η ανησυχία, το άγχος) να μας φέρει σε χειρότερη θέση, γιατί διπλασιάζει το φορτίο στις πλάτες μας. |
| 3η προκείμενη | (Χαμο)γελώντας, δεν μειώνουμε το πρόβλημα, αλλά διαλύουμε την ανησυχία και το πρόσθετο άγχος. |
| Σύνοψη-συμπέρασμα | (Το γέλιο) Μας δείχνει τον δρόμο, μας ανάβει το φως και μας ξεκουράζει κι από πάνω! |
3ο υποερώτημα (μονάδες 15)
Οι παρενθέσεις στις λέξεις «(Χαμο)γελώντας» και «(χαμο)γελάμε» στην τελευταία παράγραφο του κειμένου 1 τις καθιστούν λέξεις διπλής ανάγνωσης: καθεμιά από αυτές μπορεί και πρέπει να διαβαστεί με δύο εκδοχές: «γελώντας/χαμογελώντας» και «γελάμε/χαμογελάμε», επειδή ισχύουν ταυτόχρονα και οι δύο εκδοχές, οπότε η παρένθετη χρήση του πρώτου συνθετικού (χαμο-) δίνει στις λέξεις αυτές διπλό χαρακτήρα και νόημα. Η χρήση αυτή των παρενθέσεων είναι, βέβαια, και ένας τρόπος πύκνωσης της έκφρασης· με τη χρήση μίας (πρακτικά) λέξης εκφράζει ο συντάκτης τα νοήματα δύο λέξεων κάθε φορά.
ΘΕΜΑ 4 (μονάδες 15)
Ο κεντρικός ήρωας του αποσπάσματος βιώνει μια κατάσταση δύσκολη να διαχειριστεί κανείς, δεδομένων των συνθηκών και των προκαταλήψεων της εποχής.
Είναι ιδιαίτερα ανήσυχος, αφού κάτι τον απασχολεί («επερπατούσε ανήσυχα απάνω κάτω στο γραφείο του») και έχει μια αφρόντιστη και ατημέλητη εμφάνιση («τυλιγμένος μέσα σ' ένα τρίπαλιο πανωφόρι, που το φορούσε από χρόνια πολλά»), καθώς τον πλημμυρίζουν συναισθήματα παραίτησης κι απογοήτευσης. Γενικότερα, η ατμόσφαιρα στο σπίτι του είναι μελαγχολική έως και καταθλιπτική («σ' ένα αρχαίο, άφεγγο σπίτι ...ήταν όμως σκοτεινό, σα να κλειούσε μέσα του στάχτη, σκονισμένον αέρα, γιατί άλλα νεόχτιστα σπίτια πολύ εστενοχωρούσαν τώρα απ' όλες τις μεριές το παλιό αρχοντικό») απόλυτα εναρμονισμένη με την εσωτερική του κατάσταση. Είναι πικραμένος από αυτό που του συνέβη («Κι εκοίταξε με πίκρα») καθώς αναπολεί το ένδοξο παρελθόν της οικογένειάς του, ενώ μέσα του υπάρχει θυμός και αγανάκτηση («και τους εφώναξε θυμωμένος, χωρίς να ξέρει τι έλεγε: «Φταίτε εσείς!»). Υπάρχει μέσα του συσσωρευμένη ένταση και η οργή του ξεσπά, καθώς τα χρέη και η γενικότερη καταστροφή τον πνίγουν («Και ξακολούθησε έπειτα από μία στιγμή, κάνοντας μια χειρονομία και γυρίζοντας απότομα τες πλάτες του στες εικόνες»).
Γενικότερα, έχει μάθει ως άντρας εκείνης της εποχής να κρύβει καλά τα συναισθήματά του ακόμη και από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, όπως η γυναίκα του («Καλά βαστάχτηκα ως τα τώρα!...Μα τώρα κι η γυναίκα μου αρχίζει και μυρίζεται ...Δεν είμαι πλια καλός να της κρύψω τες στενοχώριες...»). Ζει σε μια κοινωνία στην οποία η περιουσία μεταβιβάζεται από τον πατέρα στον γιο και είναι στην απόλυτη δικαιοδοσία του τόσο η διαχείρισή της όσο και η αποκλειστική ευθύνη για μια ενδεχόμενη καταστροφή, για την οποία θα υπάρξει γενικευμένη κατακραυγή («όπως μου τες άφηκε ο πατέρας μου... Μα το σπίτι γκρεμίστηκε και πάει! Και κάνω ακόμη τον περήφανο... και κάνω τον καλόνε με τους χωριάτες και τους αφήνω να μου ξαγοράζουν τα βάρη που μου πλερώνουν ...Τώρα ως κι αυτοί με μυρίστηκαν»). Η αριστοκρατική του καταγωγή (Κόντες) δεν επιτρέπει την πτώχευση, διότι θα είναι γι' αυτόν εξευτελισμός και κοινωνική υποβάθμιση. Προτιμά λοιπόν να προσποιείται, προκειμένου να αποκρύψει την αλήθεια, καθώς έχει γαλουχηθεί με την ιδέα ότι αυτόν βαραίνει η ευθύνη για κάθε αρνητικό επακόλουθο στη ζωή της γυναίκας και των παιδιών του και η κοινωνία είναι έτοιμη να τον δικάσει («Και τι να πω στη γυναίκα μου, τη σιόρα Μαρία; Ουφ κι αυτή είναι δυστυχισμένη! Θα λέει ο κόσμος: έχει έναν άντρα τόσο άσωτο!....Κι οι θυγατέρες μου; Ω οι κακομοίρες! Κι οι γιοι μου;»).